Πέμπτη, 14 Νοεμβρίου 2002

Κύπρος

Η Κύπρος ανακηρύχθηκε ανεξάρτητο κράτος το 1959. Η γεωγραφική της θέση όμως, τα διάφορα πολιτικά συμφέροντα και οι διεθνείς συγκυρίες την έχουν καταστήσει εδώ και χρόνια έρμαιο της διεθνούς πολιτικής σκακιέρας. Συνέπεια αυτών είναι σήμερα, εποχή της παγκοσμιοποίησης, η Κύπρος να είναι διχοτομημένη από ένα επονείδιστο τείχος, πιο επαχθές για τους κατοίκους της από αυτό του Βερολίνου.
Ο τουρκικός ζυγός για το νησί έλαβε τέλος το 1878, με την Τουρκοβρετανική συμφωνία για παραχώρηση της Κύπρου στους Άγγλους. Το 1914 η συνθήκη του 1878 ακυρώνεται και η Κύπρος γίνεται κτήση της Βρετανικής Αυτοκρατορίας. Το καθεστώς αυτό, που δεν έγινε με σεβασμό των κανόνων του διεθνούς δικαίου, επισημοποιήθηκε με τις συνθήκες Σεβρών (1919) και Λοζάννης (1923). Μετά την τουρκική ήττα του 1918 η Τουρκία παραιτήθηκε από κάθε δικαίωμά της την Κύπρο. Το 1915 μάλιστα η αγγλική κυβέρνηση προσφέρει στην Ελλάδα την ένωση της Κύπρου για να πείσει την Ελλάδα να εγκαταλείψει την ουδετερότητά της και να ταχθεί με την Αντάντ. Η κυβέρνηση Ζαΐμη δεν την αποδέχεται. Το 1931 δημιουργείται κίνημα εναντίον της Αγγλικής κυριαρχίας, που επισφραγίζεται το 1950 με δημοψήφισμα υπέρ της ενώσεως με την Ελλάδα (96% υπέρ).
Το 1954 η ελληνική κυβέρνηση προσφεύγει στον ΟΗΕ για την εφαρμογή αυτοδιάθεσης στην Κύπρο. Ο ΟΗΕ αποδέχεται την ελληνική προσφυγή καθιστώντας έτσι το κυπριακό, από εσωτερική διαμάχη μεταξύ των ελληνοκυπρίων και της Αγγλίας, σε μια διεθνή διαμάχη μεταξύ των δύο κυπριακών κοινοτήτων, της Ελλάδας, της Τουρκίας, της Αγγλίας και, εμμέσως, των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ. Στη διαμάχη αυτή οι ΗΠΑ αντιστάθηκαν στη διεθνοποίηση του κυπριακού λόγω των επιπτώσεών της στη συνοχή της Ατλαντικής Συμμαχίας, το φόβο εκμετάλλευσης της διαμάχης από τη Σοβιετική Ένωση και επίσης γιατί η στρατηγική σημασία της Τουρκίας θεωρήθηκε μεγαλύτερη από αυτήν της Ελλάδας. Οι ΗΠΑ επομένως προώθησαν λύσεις του κυπριακού στο πλαίσιο της Ατλαντικής Συμμαχίας και μέσω ελληνοτουρκικών συνομιλιών, λύσεις γενικά αποδεκτές στην Τουρκία. Ωστόσο οι αποφάσεις και πράξεις της ελληνικής κυβέρνησης στις αρχές της δεκαετίας του ΄50 είχαν σημαντικές και μακρόχρονες επιπτώσεις στις ελληνοτουρκικές σχέσεις…
Το αδιέξοδο στη διακυβέρνηση του νησιού οδήγησε στην έναρξη της δράσεως (1Απριλίου 1955) της Εθνικής Οργάνωσης Κυπριακού Αγώνα (ΕΟΚΑ), στην οποία η αγγλική κυβέρνηση αντιδρά με έντονα μέτρα. Η επίσημη αντίδραση της τουρκικής κυβέρνησης στις πρώτες φάσεις του ενωτικού κινήματος ήταν μάλλον άτονες. Η κατάσταση όμως περιπλέκεται περισσότερο όταν η βρετανική πολιτική αναμειγνύει στο θέμα την ίδια Τουρκία: τον Ιούνιο 1955 ο άγγλος πρωθυπουργός Ίντεν συγκαλεί στο Λονδίνο τριμερή διάσκεψη χωρίς εκπροσώπηση του κυπριακού λαού αλλά με συμμετοχή της Τουρκίας, η οποία γίνεται έτσι διεκδικητής της Κύπρου και ο παράγοντας αυτός οδηγεί στη διαιώνιση του προβλήματος. «Η συμμετοχή της Ελλάδας στη διάσκεψη αυτή υπήρξε σοβαρό λάθος της ελληνικής διπλωματίας. Η συνάντηση τοποθέτησε το Κυπριακό στο πλαίσιο της δυτικής στρατηγικής στην ανατολική Μεσόγειο. Αναγνώρισε την Τουρκία ως ισότιμο μέλος στη διευθέτηση του Κυπριακού το οποίο εντάθηκε μέσα στο πλαίσιο μιας ελληνοτουρκικής διαμάχης». (Β.Κουφαδάκης, Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις,1923-1987, Αθήνα 1991, σ.220). Η τριμερής διάσκεψη οδήγησε σε αδιέξοδο συνεννοήσεων μεταξύ των τριών κρατών. Η προστατευόμενη από τη συνθήκη της Λοζάννης ελληνική μειονότητα και το Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης αισθάνθηκαν πρώτοι τις επιπτώσεις της κυπριακής διαμάχης: Το Σεπτέμβριο 1955 λαμβάνουν χώρα οργανωμένες επιθέσεις τουρκικού όχλου εναντίον των ελλήνων της Κωνσταντινούπολης και Σμύρνης. Δραματικά τα γεγονότα που επακολούθησαν στην Κύπρο: αντίσταση του πληθυσμού και επιθέσεις του ΕΟΚΑ, φυλακίσεις και εκτελέσεις για αντίδραση από τη βρετανική διοίκηση, απαγχονισμοί αγωνιστών του ΕΟΚΑ. Ο Μακάριος εξορίζεται στις Σεϋχέλλες.
Το Φεβρουάριο 1956 η Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ ζητεί την εφαρμογή της αρχής της αυτοδιαθέσεως στην Κύπρο. Ο Μακάριος ελευθερώνεται και επιστρέφει στην Αθήνα. Ωστόσο το καλοκαίρι του 1958 νέα σοβαρά επεισόδια ξεσπούν μεταξύ των δύο κοινοτήτων της Κύπρου. Παρέμβαση του ΝΑΤΟ για εκεχειρία αποτυγχάνει και η κρούση της αγγλικής κυβέρνησης για εφαρμογή νέου σχεδίου προσωρινής λύσεως συνάντησε την άρνηση των κυπρίων. Τελικά, το Φεβρουάριο 1955, η Αγγλία, η Ελλάδα και η Τουρκία υπογράφουν στη Ζυρίχη και στο Λονδίνο τις συμφωνίες με τις οποίες τέθηκαν οι βάσεις της σημερινής κυπριακής δημοκρατίας. Οι συμφωνίες αυτές ανακήρυσσαν τα τρία κράτη ως εγγυήτριες δυνάμεις, τους έδωσαν αόριστα δικαιώματα επέμβασης και επέτρεψαν τη στάθμευση μικρών στρατιωτικών μονάδων της Τουρκίας και της Ελλάδας στο νησί. Έτσι, ο τουρκικός στρατός επέστρεψε νόμιμα για πρώτη φορά στην Κύπρο μετά το 1878. Στις 16 Αυγούστου 1960 τερματίζεται η βρετανική κυριαρχία και ανακηρύσσεται η Κυπριακή Δημοκρατία, της οποίας πρώτος Πρόεδρος ορκίζεται ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος. Το 1961 η Κύπρος γίνεται μέλος της Βρετανικής Κοινοπολιτείας, του Συμβουλίου της Ευρώπης και το 99ο μέλος του ΟΗΕ.
Η νεογέννητη Κυπριακή Δημοκρατία είναι προεδρικού τύπου, στα πλαίσια της Βρετανικής Κοινοπολιτείας. Σύμφωνα με το κυπριακό Σύνταγμα του 1960, που έχει ως βάση τις συνθήκες Ζυρίχης και Λονδίνου του 1959, ο Πρόεδρος θα είναι έλληνας και θα εκλέγεται για μια πενταετία από τους Έλληνες κατοίκους, και ο αντιπρόεδρος τούρκος, και θα εκλέγεται επίσης για μια πενταετία από την τουρκική μειονότητα. Η βουλή που θα ασκεί τη νομοθετική εξουσία, θα αποτελείται από 50 μέλη, 35 έλληνες, εκλεγμένοι από τους έλληνες κατοίκους, και 15 τούρκοι, εκλεγμένοι από τους τούρκους. Το Σύνταγμα όμως στην πράξη απεδείχθη ανεφάρμοστο, με συνέπεια να δημιουργηθούν εντάσεις, γεγονότα και προβλήματα. Το Δεκέμβριο του 1963 νέες διακοινοτικές ταραχές έφεραν την οριστική απομάκρυνση των Τουρκοκυπρίων από την κυπριακή κυβέρνηση.
Με την επέκταση των εχθροπραξιών μεταξύ των δύο κοινοτήτων στην Κύπρο, μετά τα γεγονότα του Δεκεμβρίου 1963, οι μεσολαβητικές προσπάθειες των ΗΠΑ εντάθηκαν για να αποτρέψουν τη συνέχισή τους, που θα οδηγούσαν σε πιθανή ελληνοτουρκική σύρραξη και θα υπονόμευαν τη συνοχή του ΝΑΤΟ προς όφελος της Σοβιετικής Ένωσης. Ενόψει της κρίσης που είχε δημιουργηθεί στην περιοχή και της απουσίας άλλων άμεσων λύσεων του Κυπριακού, οι ΗΠΑ μαζί με την Ελλάδα, την Τουρκία και την κυπριακή κυβέρνηση υποστήριξαν το ψήφισμα 186 της 4ης Μαρτίου 1964 του Συμβουλίου Ασφαλείας που έστειλε στην Κύπρο την ειρηνευτική δύναμη του ΟΗΕ (UNFICYP) και διόρισε μεσολαβητή του διεθνούς οργανισμού για το Κυπριακό.
Στα πλαίσια του ΝΑΤΟ, υπήρξαν διάφορες διαμεσολαβήσεις, σημαντικότερη των οποίων ήταν αυτή που έμεινε γνωστή ως «Σχέδιο Acheson», το 1964. Το σχέδιο αποσκοπούσε σε οριστική λύση του Κυπριακού, που θα ικανοποιούσε, μεταξύ άλλων, και τον πόθο της Ελλάδας για την «ένωση». Στην πραγματικότητα όμως το σχέδιο αυτό, αν εφαρμοζόταν, θα επέφερε διχοτόμηση στο νησί και θα διέλυε το ανεξάρτητο κράτος των συμφωνιών του 1959. Έτσι απορρίφθηκε από την Ελλάδα, κάτω από την πίεση της κυβέρνησης Μακαρίου.
Μετά το 1964, και ιδιαίτερα μετά τα Ιουλιανά, οι διαδοχικές ελληνικές κυβερνήσεις έπαιξαν αποφασιστικό ρόλο στην προσπάθεια εξεύρεσης μιας ελληνοτουρκικής λύσης του Κυπριακού. Το 1966 υπογράφηκε στο Παρίσι από τους Υπουργούς Εξωτερικών Ελλάδας και Τουρκίας Πρωτόκολλο με σχέδιο λύσης του Κυπριακού, αλλά οι συνομιλίες διακόπηκαν όταν η Κυβέρνηση Στεφανόπουλου έχασε την πλειοψηφία στη Βουλή. Και μετά το πραξικόπημα του 1967, οι συνομιλίες συνεχίστηκαν, αλλά ξανά οδήγησαν σε αδιέξοδο. Οι κίνδυνοι που δημιούργησε η αποτυχία των διπλωματικών επαφών εκδηλώθηκαν με τη νέα κρίση που ξέσπασε στην Κύπρο μετά τις επιχειρήσεις του Γρίβα εναντίον των Τουρκοκυπρίων το Νοέμβριο 1967. Το τουρκικό τελεσίγραφο προς την Ελλάδα και οι προετοιμασίες για μια μονομερή επέμβαση δημιούργησαν ένταση. Η δραματική μεσολαβητική προσπάθεια του Cyrus Vance είχε ως κύριο στόχο την αποτροπή ελληνοτουρκικού πολέμου. Το Κυπριακό πέρασε μια από τις πιο κρίσιμες καμπές του στη συνάντηση Υπουργών του ΝΑΤΟ στη Λισσαβόνα το 1971. Στη συνάντηση αυτή, παρά τις διαψεύσεις των ελλήνων διπλωματών, η Ελλάδα και η Τουρκία συμφώνησαν για τη διχοτόμηση της Κύπρου. Η απόφαση της Χούντας να επισπεύσει την επίλυση πίεζε το Μακάριο, ενώ ο Γρίβας γύριζε μυστικά στο νησί για να αναλάβει την ηγεσία της αντιμακαριανής κίνησης. Η παρουσία του τελευταίου, άγνωστο αν έγινε με την υποστήριξη ή με απλά με την ανοχή της Χούντας, πρόσφερε γόνιμο έδαφος για την αποσταθεροποίηση της κυπριακής κυβέρνησης. Αρχή μιας συντονισμένης προσπάθειας για την απομάκρυνση του Μακαρίου και την επιβολή της θέλησης της Χούντας στους Κυπρίους με τη συναίνεση της Τουρκίας πάνω στις γραμμές της συμφωνίας της Λισσαβόνας του 1971 ήταν το τελεσίγραφο προς το Μακάριο, το 1972.
Πάντως το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 1974 από εγκάθετους της ελληνικής κυβέρνησης κατέστρεψε τα αποτελέσματα μιας εξαετίας συνομιλιών, πρόσφερε την αφορμή και δικαιολογία στην Τουρκία για την εισβολή στην Κύπρο που άλλαξε ριζικά τη φύση του κυπριακού προβλήματος και άνοιξε μια νέα σελίδα στις ελληνοτουρκικές σχέσεις.
Αντιδρώντας στο χουντικό πραξικόπημα, η Αμερική δεν καταδίκασε το γεγονός ως εσωτερική ανάμειξη στις εσωτερικές υποθέσεις της Κυπριακής Δημοκρατίας, ούτε υποστήριξε σοβαρά της επάνοδο της συνταγματικής τάξης. Όταν εκδηλώθηκαν οι τουρκικές προετοιμασίες για την εισβολή στην Κύπρο όχι μόνο δεν πάρθηκαν μέτρα, όπως του 1964 ή το 1967, για την αποφυγή της, αλλά η ανοχή της εισβολής και η περιγραφή της ως «στρατιωτικής πράξης μικρής κλίμακας» είναι μια άλλη ένδειξη της πολιτικής του Κίσινγκερ. Και μετά την κατάρρευση τόσο της κυπριακής όσο και της ελληνικής χούντας και την επάνοδο της συνταγματικής νομιμότητας, οι ΗΠΑ και πάλι δεν έλαβαν κανένα πρακτικό μέτρο για την επίλυση του ζητήματος.
Η τελευταία φάση του Κυπριακού άρχισε μετά την καταδίκη της μονόπλευρης ανεξαρτησίας των Τουρκοκυπρίων από το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ και τη διεθνή κοινότητα. Όπως είναι γνωστό, κανένα κράτος πέρα από την Τουρκία δεν έχει αναγνωρίσει την κυριαρχία του τουρκοκυπρίων. Από την τουρκική εισβολή ως σήμερα έχουν υπάρξει διάφορες μεσολαβητικές προσπάθειες ώστε να εξευρεθεί μια λύση για την επίλυση του κυπριακού ζητήματος, που ωστόσο καμία δεν απέδωσε καρπούς.
Η Κύπρος καλείται σε λίγο να ξεκινήσει συνομιλίες για την ένταξή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Τα γεγονός αυτό, παρά το ότι ρητά έχει απαγκιστρωθεί από την επίλυση του κυπριακού ζητήματος, αποτελεί το βασικότερο από μια σειρά παραγόντων που συμβάλουν θετικά προς την εξεύρεση μιας οριστικής λύσης στο ακανθώδες ζήτημα της ομαλής συμβίωσης των δύο κυπριακών εθνοτήτων.
Με τα δεδομένα αυτά, ο Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ Κόφι Ανάν υπέβαλε στις ενδιαφερόμενες πλευρές ένα ολοκληρωμένο σχέδιο επίλυσης. Το σχέδιο συνοδεύεται από επιστολή του κ. Ανάν προς όλους τους ενδιαφερομένους να φανούν αντάξιοι της ιστορικής συγκυρίας και να επιδείξουν την αναγκαία πολιτική βούληση για να καταλήξουν σε συμφωνία πριν από τη σύνοδο κορυφής της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην Κοπεγχάγη.
Η εμπειρία έχει αποδείξει ότι «ο χρόνος εμπεδώνει τα τετελεσμένα της εισβολής»(Μιχάλης Παπαπέτρου, κύπριος κυβερνητικός εκπρόσωπος). Θα πρέπει λοιπόν να ληφθούν ρεαλιστικά υπόψη τα δεδομένα και οι προοπτικές μιας επίλυσης, και να αντισταθμιστούν οι παραχωρήσεις και τα οφέλη, ώστε η Κύπρος να μπορέσει να επιβιώσει ειρηνικά πλέον στη διεθνή κοινότητα.


Πηγές:*«Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις, 1923-1987», διάφ. συγγρ., Αθήνα 1991.
*www.un.org,
*www03.cyprus.gov.cy,
*www.mfa.gov.tr
(Ρεθεμνιώτικα Νέα, Πέμπτη 14 Νοεμβρίου 2002)

Δεν υπάρχουν σχόλια: