Σάββατο, 4 Ιανουαρίου 2003

Έτος 1 Μ.Ε.

Πριν από ένα χρόνο, τα ξημερώματα από το ρεβεγιόν της Πρωτοχρονιάς, όλοι σπεύδαμε στα ΑΤΜ της Τράπεζας να κάνουμε ανάληψη και να πιάσουμε στα χέρια μας τα πρώτα δείγματα αυτού που στο εξής θα εισέβαλε οριστικά στη ζωή μας: του ευρώ. Ο φόβος εξοικείωσης στο νέο νόμισμα ήταν μεγάλος. Βέβαια, όσοι είχαν ζήσει στο εξωτερικό ήξεραν ότι το παν ήταν θέμα συνήθειας και χρόνου, αλλά εν προκειμένω υπήρχαν και κάποιες νοσταλγικές –προς τη δραχμή μας και την ιστορία της- προεκτάσεις.
Η καλή οργανωτική προετοιμασία των ευρωτεχτοκρατών όμως, («σκέψου ευρώ, είναι απλό», Σπύρος Παπαδόπουλος, και λοιπές καμπάνιες, προετοιμασία Τραπεζών, Δημ. Υπηρεσιών κ.ο.κ) οδήγησε, σε όλα τα ενδιαφερόμενα κράτη, στη σωστή και δίχως προβλήματα διαδοχή νομίσματος.
Την οργανωτική επιτυχία ακολούθησε και η κοινωνική και πολιτική επιτυχία: Η Γηραιά Ήπειρος βρήκε ένα απτό και ρωμαλέο αντιστάθμισμα στην πληθωριστική απειλή που προερχόταν από τα σκαμπανεβάσματα του δολαρίου και του πετρελαίου και αποκτούσε ένα δυνατό νόμισμα στις διεθνείς συναλλαγές. Εμείς, στην -ουραγό της Ε.Ε. από οικονομικής άποψης- χώρα μας, είχαμε ακόμα πιο ορατά αποτελέσματα. Όσοι ταξίδευσαν κατά το πρώτο έτος Μ.Ε. (μετά ευρώ) στο εξωτερικό είχαν την ευκαιρία να το διαπιστώσουν καλύτερα. Οι επιχειρηματίες, οι φοιτητές, οι τουρίστες, έχουν στην τσέπη τους ένα νόμισμα ισχυρό και αξιόπιστο, που δεν είναι τυχαίο ότι έχει αρχίσει να γίνεται δεκτό πλέον και από χώρες εκτός ευρωζώνης, ακόμα και από αυτήν τη Μεγάλη Βρετανία, την τόσο προσηλωμένη στη στερλίνα της.
Υπάρχει όμως σήμερα ένας υφέρπων αλλά εξαπλωμένος βρυχηθμός, ο οποίος κινδυνεύει να ταράξει την αισιοδοξία του πρώτου εορτασμού. Οι πληθωριστικές τάσεις που προκλήθηκαν από τις ισοτιμίες «προς τα άνω» των καταναλωτικών αγαθών, έφεραν μια υποσυνείδητη νοσταλγία προς τα παλιά εθνικά νομίσματα και μια δυσπιστία προς το μέλλον του ευρώ. Μάλιστα αποκτούν χαρακτήρα σχεδόν σημειολογικό τα πορίσματα μιας έρευνας του Πανεπιστημίου της Ζυρίχης, σύμφωνα με τα οποία τα κέρματα του 1 και 2 ευρώ μπορούν να προκαλέσουν αλλεργίες…
Όμως οι φόβοι προς τη νομισματική ενοποίηση μπορούν να καταρριφθούν με πλείονα επιχειρήματα.
Σήμερα μιλάμε για πληθωριστικές τάσεις, της τάξης του 3%, όταν παλιότερα ο πληθωρισμός κάλπαζε σε διψήφια νούμερα. Η δανειοληπτική ικανότητα του καθενός επιτρέπει καλύτερη ποιότητα ζωής (στα πλαίσια βέβαια της καλής διαχείρισης ενός οικογενειάρχη, και όχι του τυχοδιώκτη των χρηματιστηριακών υπερβάσεων, τον οποίο δε σώζει κανένα νόμισμα ή νομισματική πολιτική – ειρήσθω εν παρόδω). Επιπλέον, η ανταγωνιστικότητα των αγαθών μεταφέρεται πιο ορατά σε διεθνές επίπεδο, πράγμα που οδηγεί στην ανάγκη περισσότερης έρευνας και εξειδίκευσης, και που, τελικά, είναι σε όφελος του καταναλωτή. Τέλος, το ευρώ καταδεικνύει την ανάγκη για επίσπευση του, μακρινού έστω, δρόμου προς την πολιτική, πλάι στη νομισματική, ενοποίηση της Ευρώπης: Το σύμφωνο σταθερότητας που δεσμεύει τα κράτη της ευρωζώνης αποδείχτηκε δύσκαμπτο, δύσκολο και ανεπαρκές για να συγκρατεί τις οικονομίες των κρατών -ακόμα και η Γερμανία δυσκολεύτηκε να συγκρατήσει τις πληθωριστικές τάσεις από την είσοδο του ευρώ-, και επιζητείται η ανάγκη ενός πολιτικού μηχανισμού, ενός «Ευρωπαϊκού Υπουργείου Οικονομικών», που να ρυθμίζει τις νομισματικές αστάθειες.
Άλλωστε, ας μην ξεχνάμε ότι η ίδια η Ευρωπαϊκή ιδέα, μπορεί να γεννήθηκε από τα ιδιοτελή κίνητρα και τη συντεχνία Γερμανίας και Γαλλίας με σκοπό την καλύτερη διαχείριση της παραγωγής άνθρακα και χάλυβα, αλλά σήμερα, ύστερα από πολλά κεκτημένα και πολλούς αγώνες, η Ευρώπη έχει εξελιχθεί σε μία παγκόσμια υπερδύναμη, ωφέλειες της οποίας μπορούμε σήμερα να απολαμβάνουμε κι εμείς στη χώρα μας.
Με λίγα λόγια, το ευρώ δεν είναι σημείο άφιξης, αλλά σημείο αφετηρίας, ή μάλλον ένα σημαντικό ενδιάμεσο στάδιο μιας Ευρώπης πιο ενωμένης, όχι μόνο σε επίπεδο πολυεθνικών κεφαλαίων, αλλά και σε επίπεδο πολιτών.
(Ρεθεμνιώτικα Νέα, Σάββατο 4 Ιανουαρίου 2003)

Δεν υπάρχουν σχόλια: