Τετάρτη, 27 Φεβρουαρίου 2008

Του νεκρού αδελφού

Μάνα με τους εννιά σου γιους και με τη μια σου κόρη,
την κόρη τη μονάκριβη την πολυαγαπημένη,
την είχες δώδεκα χρονώ κι ήλιος δε σου την είδε!
Στα σκοτεινά την έλουζε, στ’ άφεγγα τη χτενίζει,
Στ’άστρι και στον αυγερινό έπλεκε τα μαλλιά της.

Προξενητάδες ήρθανε από τη Βαβυλώνα,
Να πάρουνε την Αρετή πολύ μακριά στα ξένα.
Οι οκτώ αδερφοί δε θέλουνε κι ο Κωσταντίνος θέλει.
«Μάνα μου, ας τη δώσουμε την Αρετή στα ξένα,
στα ξένα κει που περπατώ, στα ξένα που πηγαίνω,
αν πάμε εμείς στην ξενιτιά ξένοι να μην περνούμε»
«Φρόνιμος είσαι, Κωσταντή, μ’άσκημα απιλοήθης.
Κι α μόρτει, γιε μου, θάνατος, κι α μόρτει, γιε μου, αρρώστεια,
Κι αν τύχει πίκρα γη χαρά, ποιος πάει να μου τη φέρει;»
«Βάλλω τον ουρανό κριτή και τους αγιούς μαρτύρους,
αν τύχει κι έρτει θάνατος, αν τύχει κι έρτει αρρώστεια,
αν τύχει πίκρα γη χαρά, εγώ να σου τη φέρω»

Και σαν την επαντρέψανε την Αρετή στα ξένα,
Κι εμπήκε χρόνος δίσεκτος και μήνες οργισμένοι, Κι έπεσε το θανατικό, κι οι εννιά αδερφοί πεθάναν,
Βρέθηκε η μάνα μοναχή σαν καλαμιά στον κάμπο.
Σ’όλα τα μνήματα έκλαψε, σ’όλα μοιρολογιόταν,
Στου Κωσταντή το μνημειό ανέσπα τα μαλλιά της
«Ανάθεμά σε, Κωσταντή, και μυριανάθεμά σε,
οπού μου την εξόρισες την Αρετή στα ξένα!
Το τάξιμο που μου ‘ταξες, πότε θα μου το κάμεις;
Τον ουρανό ‘βαλες κριτή και τους αγιούς μαρτύρους,
Αν τύχει πίκρα γη χαρά, να πας να μου τη φέρεις»
Από το μυριανάθεμα και τη βαριά κατάρα,
Η γης αναταράχτηκε κι ο Κωσταντής εβγήκε…
Κάνει το σύννεφο άλογο και τ’άστρο χαλινάρι,
Και το φεγγάρι συντροφιά και πάει να της τη φέρει
Παίρνει τα όρη πίσω του και τα βουνά μπροστά του,
Βρίσκει την κι εχτενίζουνταν όξου στο φεγγαράκι.
Από μακριά τη χαιρετά κι από κοντά της λέγει:
«Άιντε, αδερφή, να φύγουμε στη μάνα μας να πάμε»
«Αλίμονο, αδερφάκι μου, και τι είναι τούτη η ώρα;
Αν ίσως είναι για χαρά, να στολιστώ και νάρθω,
Κι αν είναι πίκρα, πες μου το, να βάλω μαύρα νάρθω»
«Έλα, Αρετή, στο σπίτι μας, κι ας είσαι όπως κι αν είσαι»
Κοντολογίζει τ’άλογο και πίσω την καθίζει
Στη στράτα που διαβαίνανε πουλάκια κελαηδούσαν,
Δεν κελαηδούσαν σαν πουλιά, μήτε σαν χελιδόνια,
Μα κελαηδούσαν κι έλεγαν ανθρωπινή ομιλία:
«Ποιος είδε κόρην όμορφη να σέρνει ο πεθαμένος!»
«Άκουσες, Κωσταντίνε μου,τι λένε τα πουλάκια;»
«Πουλάκια είναι κι ας κελαηδούν, πουλάκια είναι κι ας λένε»
«Δεν είναι κρίμα κι άδικο, παράξενο μεγάλο,
πως περπατούν οι ζωντανοί με τους αποθαμένους!»
«Άκουσες, Κωσταντίνε μου, τι λένε τα πουλάκια;
Πως περπατούν οι ζωντανοί με τους αποθαμένους!»
«Απρίλης είναι και λαλούν και Μάης και φωλεύουν»
«Φοβούμαι σ’, αδερφάκι μου, και λιβανιά μυρίζεις»
«Εχτές βραδύς επήγαμε πέρα στον Άη-Γιάννη,
κι εθύμιασέ μας ο παπάς με περισσό λιβάνι»
Και παρεμπρός που πήγαινε, κι άλλα πουλιά τους λένε:
«Για ιδές θάμα κι αντίθαμα που γίνεται στον κόσμο,
τέτοια πανώρια λυγερή να σέρνει ο πεθαμένος!»
Τ’ άκουσε πάλι η Αρετή κι εράγισε η καρδιά της
«Άκουσες, Κωσταντάκι μου, τι λένε τα πουλάκια;»
«Άφησ’, Αρέτω, τα πουλιά κι ό,τι κι αν θέλ’ας λέγουν»
«Πες μου, πού είναι τα κάλλη σου, και πού ναι η λεβεντιά σου,
και τα ξανθιά σου τα μαλλιά και τ’ όμορφο μουστάκι;»
«Έχω καιρό π’ αρρώστησα και πέσαν τα μαλλιά μου»
Αυτού σιμά, αυτού κοντά στην εκκλησιά προφτάνουν.
Βαριά κτυπά τ’ αλόγου του κι απ’ εμπροστά της χάθη.
Κι ακούει την πλάκα και βροντά το χώμα και βουίζει

Κινάει και πάει η Αρετή στο σπίτι μοναχή της.
Βλέπει τον μπάλσαμο ξερό, το καρυοφύλλι μαύρο,
Βλέπει μπροστά στην πόρτα της χορτάρια φυτρωμένα
Βρίσκει την πόρτα σφαλιστή και τα κλειδιά παρμένα,
Και τα σπιτοπαράθυρα σφικτά μανταλωμένα.
Κτυπά την πόρτα δυνατά, τα παραθύρια τρίζουν.
«Αν είσαι φίλος διάβαινε, κι αν είσαι εχτρός μου φύγε,
κι αν είσαι ο Πικροχάροντας, άλλα παιδιά δεν έχω
κι η δόλια η Αρετούλα μου λείπει μακριά στα ξένα»
«Σήκω, μανούλα μου, άνοιξε, σήκω, γλυκιά μου μάνα»
«Ποιος είν’ αυτός που μου χτυπάει και με φωνάζει μάνα;»
«Άνοιξε, μάνα μου, άνοιξε, κι εγώ είμαι η Αρετή σου»
Κατέβηκε, αγκαλιάστηκαν, κι απέθαναν κι οι δύο.
Του νεκρού αδελφού, δημοτικό
(πίνακες,κατά σειρά:1.Νικηφόρος Λύτρας, το φίλημα, 2.Νικηφόρος Λύτρας, Η Αντιγόνη εμπρός στο νεκρό Πολυνείκη,3.Νικόλαος Γύζης,Τάμα)

Ανταποκρινόμενος στη πάσα του
Στέλιου, δημοσιεύω το παραπάνω.
Προτεινόμενοι: Μαριώ, Μαρίνα, και Νανάκος. Σειρά σας.

3 σχόλια:

nanakos είπε...

Πολυχρονάκο μου , σ' ευχαριστώ πολύ για την πρόσκληση αλλά έχω ΄ήδη παίξει (κατά μία έννοια) σ' αυτό το παιχνίδι με αυτό εδώ το ποστ http://nanakos.blogspot.com/2008/01/blog-post_24.html

Σ' ευχαριστώ πάρα πολύ και χαίρομαι που είσαι out and about!
:)

mario είπε...

δεν ξέρω ποιήματα όμορφα να σου πω.. μόνο στιχάκια από τραγούδια ξέρω..
όσες κι αν χτίζουν φυλακές
κι αν ο κλοιός στενεύει
ο νους μας ειν αληταριό
που όλο δραπετεύει..

έτσι λέει ο θανάσης Παπακωνσταντίνου και είναι μια αντίσταση κι αυτό, έτσι δεν είναι?
ευχαριστώ πολύ, Πολυχρόνη:)

Klearchos είπε...

Χαίρομαι που καταλαβαίνω ότι είσαι καλά...