Τετάρτη, 2 Ιανουαρίου 2008

Gimme a reason not to die for

Από τα ξημερώματα των Χριστουγέννων άρχισα να ζω ξανά.
Αν δεν προνοούσε ο περιπτεράς που με αντίκρισε αιμόφυρτο να καλέσει το ασθενοφόρο που με πήγε στο Βενιζέλειο, αν δεν έμπαινα διασωληνωμένος επειγόντως στο χειρουργείο, αν η εγχείρηση που κράτησε από τις δέκα έως τις 4 τα ξημερώματα της παραμονής των Χριστουγέννων δεν πετύχαινε, τότε όλα θα είχαν τελειώσει.
Διαβάζω από το εξιτήριο του επιμελητή Α΄ της νευροχειρουργικής κλινικής: Τελική διάγνωση: Βαριά Κ.Ε.Κ. Αντιμετώπιση: Χειρουργική- αφαίρεση επισκληριδίων και υποσκληριδίου αιματώματος ΔΕ, σταθεροποίηση κατάγματος ΔΕ. Κατά την κλινική εξέταση, επισκοπικά είχε μεγάλο θλαστικό τραύμα μετωπιαία αριστερά και μικροεκδορές στη μεστοπλάτια χώρα και το θώρακα. Ήταν συγχυτικοδιεγερτικός, είχε GCS 11/15, τετρακινητικός, κόρες ισότιμες, αντιδρώσες στο φως. Κατά τον πλήρη κλινικοεργαστηριακό έλεγχο διαπιστώθηκε κάταγμα κρανίου κροταφοβρεγματικά δεξιά, επισκληρίδια αιματώματα βρεγματικά και κροταφικά δεξιά και μικρό υποσκληρίδια αιμάτωμα βρεγματικά δεξιά. Ο ασθενής υπεβλήθη άμεσα σε χειρουργική επέμβαση, εκτεταμένη κρανιοτομία δεξιά για την αφαίρεση των αιματωμάτων και σταθεροποίηση του κατάγματος με βιοαπορροφήσιμες πλάκες και βίδες. Μετεγχειρητικά, μεταφέρθηκε στη ΜΕΘ. Την επόμενη ημέρα διενεργήθηκε μετεγχειρητική αξονική τομογραφία με άριστη απεικόνιση. Αποσωληνώθηκε στις 27/12/07 και στις 28/12/07 μεταφέρθηκε στη Νευροχειρουργική κλινική με GCS 15/15.

Μερικές φορές η ζωή σε πάει όπως θέλει εκείνη. Κάνεις όνειρα, έχεις σχέδια, ποτέ όμως δεν πρέπει.
Η ζωή συμβαίνει με τη συναίνεσή της, χωρίς να μπορείς να παρέμβεις.

Από τη Δευτέρα εκείνη δε θυμάμαι τίποτα. Θυμάμαι μόνο χειρούργους πάνω απ’ το κεφάλι μου, να το τρυπάνε. Και μετά στην εντατική σε καταστολή. Μόνο μια απαίσια μυρωδιά και γιατροί και νοσηλευτές και δεμένος και ακινητοποιημένος χειροπόδαρα στο κρεβάτι. Μετά η εναγώνια αναζήτηση των δικών μου. Η είδηση στα δελτία ειδήσεων και στις εφημερίδες της Κρήτης.
Μετά ήρθαν όλοι.
Μέσα στην καταστολή μου θυμάμαι φιγούρες ντυμένες με τα πράσινα σκουφάκια της εντατικής να έρχονται προς το κρεβάτι μου. Και η μάταιη προσπάθεια να σηκωθώ από το κρεβάτι.
Δεν ξέρω τι έγινε.
Τις επόμενες μέρες όλος ο κόσμος πέρασε από τη νευροχειρουργική όπου με είχαν μεταφέρει. Συγγενείς. Φίλοι. Γνωστοί. Η πρώην μου.
Κάνεις σχέδια. Κάνεις όνειρα. Τα Χριστούγεννα ήθελα να κάνω μια καινούργια αρχή. Ήθελα να τα περάσω στο καινούργιο μου σπίτι στην Πατσό. Τίποτα δεν συνέβη.
Ήρθαν οι αστυνόμοι να διερευνήσουν. Δύο ώρες κάθε μέρα κατάθεση. Το αυτοκίνητό μου βρέθηκε τρακαρισμένο. Χωρίς κινητό τηλέφωνο, χωρίς τα πράγματά μου.
Όλος ο χαμένος κόσμος με θυμήθηκε. Φίλοι και γνωστοί απ’ τα παλιά. Δεν ήξερα ότι τόσος κόσμος στενοχωρήθηκε που παραλίγο να μην προλάβαινα.
Κάνεις δουλειές, τρέχεις, προσπαθείς, προσπαθείς να δείξεις τον καλό σου εαυτό. Χωρίς σκοπό. Έτσι απλά. Κανείς δε θα το καταλάβει. Κανείς δε θα το αναγνωρίσει.
Όλοι απορροφημένοι, όπως εσύ, όπως όλοι. Μια στιγμή παραλίγο. Στη νευρολογική όλοι έρχονταν με χαρά να με δουν, πολλοί συγκινημένοι, άλλοι ευχαριστημένοι που μπορούσαν να με δουν σ’ αυτό το χάλι.
Ευτυχώς που ανακάλυψα όλα αυτά τα πρόσωπα που είχα χάσει. Ανακάλυψα ότι μερικοί δε θα ήθελαν να πεθάνω. Μερικοί ήταν καλοί μαζί μου.
Η αποκλειστική μού κρατούσε καρτέρι στις άγρυπνες νύχτες μου στη θλιβερή νευροχειρουργική κλινική.

Κάποια στιγμή συνειδητοποιείς ότι όλα είναι μάταια.
Πρέπει να δώσεις μια ευκαιρία στον εαυτό σου. Πρέπει να απαιτήσεις από σένα το ζωτικό εμβαδόν σου.
Κακώς που τόσο καιρό δεν το είχα συνειδητοποιήσει.
Από σήμερα ένα καινούργιο ξεκίνημα...
Σκούφος να κρύβει τα 40 ράμματα, προσμονή να πάει καλά η αξονική σε κανένα μήνα, μια μικρή καινούργια ελπίδα.